Ἑλικώνιος

Ἑλῐκώνιος, α, ον,
A Heliconian, of Helicon,

παρθένοι Pi.I.8(7).63

.
II title of Poseidon,

Ἑ. ἄναξ Il.20.404

: acc. to Sch., from Helice in Achaia, where he was especially honoured, 8.203 (but cf. Aristarch. ap.EM547.16, h.Hom.22.3).

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ελικώνιος — α, ο (Α ἑλικώνιος, α, ον) αυτός που αναφέρεται στις Μούσες τού Ελικώνα νεοελλ. 1. το αρσ. ως ουσ. ο ελικώνιος λεπιδόπτερο έντομο τής οικογένειας τών παπιλιονιδών 2. το θηλ. ως ουσ. η ελικωνία καλλωπιστικό φυτό τής τροπικής Αμερικής αρχ. 1. αυτός… …   Dictionary of Greek

  • Ἑλικώνιος — Ἑλικών masc nom sg Ἑλικώνιος Heliconian masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ελικώνας — I Μυθολογικό πρόσωπο. Σύμφωνα με τη μυθολογική παράδοση, ο Ε. ήταν αδελφός του Κιθαιρώνα, αλλά τα δύο αδέλφια είχαν εντελώς αντίθετο χαρακτήρα. Ο άπληστος και πλεονέκτης Κιθαιρώνας, αφού σκότωσε τον πατέρα του, έριξε με ύπουλο τρόπο τον πράο… …   Dictionary of Greek

  • Ἑλικωνία — Ἑλικωνίᾱ , Ἑλικών fem nom/voc/acc dual Ἑλικωνίᾱ , Ἑλικών fem nom/voc sg (attic doric aeolic) Ἑλικωνίᾱ , Ἑλικώνιος Heliconian fem nom/voc/acc dual Ἑλικωνίᾱ , Ἑλικώνιος Heliconian fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἑλικώνιον — Ἑλικών masc acc sg Ἑλικών neut nom/voc/acc sg Ἑλικώνιος Heliconian masc acc sg Ἑλικώνιος Heliconian neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Heliconivs — HELICONIVS, i, Gr. Ἑλικώνιος, ου, ein Beynamen des Neptuns, welcher seinen berühmten Tempel zu Helice hatte, den aber das Meer endlich, mit sammt der Stadt überschwemmete. Eustath. ad Hom. Il. Β v. 575 …   Gründliches mythologisches Lexikon

  • heliconio — heliconio, a (del lat. «Heliconĭus», del gr. «Helikṓnios») adj. Mit. Del monte Helicón o de las *musas. * * * heliconio, nia. (Del lat. Heliconĭus, y este del gr. ῾Ελικώνιος). adj. Perteneciente o relativo al monte Helicón o a las helicónides …   Enciclopedia Universal

  • ελικωνία — η βλ. ελικώνιος …   Dictionary of Greek

  • πεταλούδα — I Ακμαίο στάδιο των λεπιδόπτερων. Είναι έντομο με μικρό κεφάλι, αλλά ιδιαίτερα αναπτυγμένο κατά την έννοια του πλάτους τα πλευρικά μάτια είναι σύνθετα, μεγάλα και αποτελούνται από πολυάριθμα ομματίδια ή απλά μάτια (μέχρι 27.000 στη σφίγγα του… …   Dictionary of Greek

  • Ἑλικωνίαισι — Ἑλικών fem dat pl (epic ionic aeolic) Ἑλικώνιος Heliconian fem dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἑλικωνίοις — Ἑλικών masc/neut dat pl Ἑλικώνιος Heliconian masc/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.